Οδηγία MiFID

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία MiFID (Markets in Financial Instruments Directive) καθορίζει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας για την εναρμόνιση των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων στην Ευρώπη. Ενημερωθείτε αναλυτικότερα για το τι είναι και για το πώς σας επηρεάζει ως επενδυτή.

Τι είναι η MiFID;

Πρόκειται για Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.

Εφαρμόζεται στην ενιαία αγορά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, γνωστού ως "Ε.Ο.Χ." (European Economic Area, "EEA"), δηλαδή στα 27 κράτη μέλη της Ε.Ε. και την Ισλανδία, τη Νορβηγία και το Λιχτενστάιν. Στο Ελληνικό δίκαιο η Οδηγία έχει ενσωματωθεί με το ν. 3606/2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2007.

Τι αφορούν οι διατάξεις της MiFID;

Ειδικότερα, η MiFID θεσμοθετεί τον τρόπο, με τον οποίο:

  • οργανώνεται και ελέγχεται ένας οργανισμός ή μια εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
  • διενεργούνται συναλλαγές μεταξύ επενδυτικών εταιρειών και πελατών στις χρηματοοικονομικές αγορές
  • παρέχονται οι επενδυτικές υπηρεσίες προς τους πελάτες

Πώς επωφελούνται οι επενδυτές;

Οι διατάξεις της MiFID αλλάζουν την οργάνωση των εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, διευκολύνουν τις συναλλαγές και προάγουν την εναρμόνιση των επενδυτικών αγορών στην Ευρώπη.

Η σημαντικότερη αλλαγή που επιφέρει, όμως, είναι ότι κατοχυρώνει μεγαλύτερη διαφάνεια και προστασία για τους επενδυτές, κυρίως εκείνους που δεν έχουν την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία. Για παράδειγμα, οι διατάξεις της MiFID έχουν άμεση θετική επίδραση στους επενδυτές, καθώς προβλέπουν:

  • την κατηγοριοποίηση των επενδυτών, ανάλογα με τις επενδυτικές γνώσεις και εμπειρία τους
  • τη επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος για τον επενδυτή κατά την εκτέλεση εντολών του
  • την αξιολόγηση της καταλληλότητας και συμβατότητας των επενδυτικών συναλλαγών, προκειμένου να προτείνεται στον κάθε επενδυτή η επενδυτική λύση που πραγματικά του ταιριάζει και να μην αναλαμβάνει μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτόν που θα ήθελε
  • την ενημέρωση του επενδυτή για προμήθειες και πιθανές αντιπαροχές
  • την ενημέρωση του επενδυτή για την Πολιτική Συγκρούσεων Συμφερόντων της εταιρείας που του παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες

Ποιούς αφορά η MiFID;

Η MiFID αφορά εταιρείες και οργανισμούς παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως:

  • Πιστωτικά ιδρύματα
  • Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ)
  • Οργανωμένες αγορές και διαχειριστές αγοράς (π.χ. χρηματιστήρια)
  • Κεντρικές Τράπεζες
καθώς και τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές επί επενδυτικών προϊόντων και τα πρόσωπα, στα οποία παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες.

Ποιά προϊόντα και ποιες υπηρεσίες αφορά η MiFID;

Η MiFID αφορά το σύνολο των επενδυτικών προϊόντων / υπηρεσιών όπως:

  • Μετοχές
  • Ομόλογα
  • Αμοιβαία κεφάλαια
  • Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options)
  • Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures)
  • Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps)
  • Παράγωγα
  • Δομημένα προϊόντα κλπ.

Εξαιρούνται, δεδομένου ότι δεν αποτελούν επενδυτικά προϊόντα:

  • Καταθέσεις
  • Δάνεια
  • Συναλλαγές όψεως σε συνάλλαγμα και εμπορεύματα

Υπάρχουν αλλαγές που επηρεάζουν άμεσα τους επενδυτές;

Πολλές από τις ρυθμίσεις της MiFID εφαρμόζονταν ήδη από την Τράπεζα Πειραιώς στο πλαίσιο της υφιστάμενης δέσμευσης και πολιτικής της για την παροχή υψηλής ποιότητας εξυπηρέτησης πελατών. Κατά συνέπεια, δεν θα δείτε σημαντικές αλλαγές στον τρόπο, με τον οποίο επικοινωνείτε και πραγματοποιείτε τις συναλλαγές σας με την Τράπεζα.

Πώς θα επηρεαστεί ο τρόπος λειτουργίας των Τραπεζών μετά την εισαγωγή της MiFID;

  • Κατηγοριοποίηση Πελατών
Εισάγεται η έννοια της κατηγοριοποίησης του πελάτη, με βάση τη γνώση και την εμπειρία του για την αγορά και τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ώστε να παρέχεται ιδιαίτερη προστασία στους πελάτες που δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν. Ειδικότερα, κάθε πελάτης, πριν διενεργηθεί οποιαδήποτε πράξη κατ' εντολή του ή πριν αποκτήσει οποιοδήποτε επενδυτικό προϊόν, κατηγοριοποιείται σε μία από τις τρεις κατηγορίες που ορίζει η Οδηγία: Ιδιώτης, Επαγγελματίας και Επιλέξιμος Αντισυμβαλλόμενος.

  • Έλεγχος Συμβατότητας & Καταλληλότητας
Για κάθε πελάτη πρέπει να δημιουργείται το επενδυτικό προφίλ που θα προσδιορίζει τους στόχους και τις προσδοκίες του από τις επενδύσεις του, καθώς και το επίπεδο κινδύνου που είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που θα προτείνονται θα πρέπει πλέον να συνάδουν με το επενδυτικό του προφίλ. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται να προταθούν σε πελάτη προϊόντα που 'δεν του ταιριάζουν'.

  • Βέλτιστη Εκτέλεση Εντολών
Ενισχύεται η προστασία των επενδυτών, με την εισαγωγή κανόνων που ρυθμίζουν τη διαχείριση και την εκτέλεση εντολών των πελατών, και ιδίως με την απαίτηση για επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος για τον πελάτη (βέλτιστη εκτέλεση).

  • Συγκρούσεις Συμφερόντων
Εισάγονται συγκεκριμένες απαιτήσεις αναφορικά με την αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων, την εξωτερική ανάθεση εργασιών, την καταγραφή και τήρηση στοιχείων, καθώς και τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων των πελατών.

  • Εναρμόνιση των ευρωπαϊκών επενδυτικών αγορών
    • Εισάγεται η έννοια του ΠΜΔ (Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης). Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν πλέον να συστήσουν μηχανισμούς, μέσω των οποίων θα μπορούν να γίνονται εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές σε μετοχές.
    • Ισχύουν πλέον οι ίδιοι όροι ανταγωνισμού με τις άλλες οργανωμένες ευρωπαϊκές αγορές, όπως για τους κανόνες εισαγωγής για διαπραγμάτευση, οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν τα παράγωγα επί εμπορευμάτων και τα μερίδια ΟΣΕΚΑ.
    • Διευκολύνεται η διασυνοριακή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με το λεγόμενο "διαβατήριο" παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με το οποίο οι επενδυτικές εταιρείες θα έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλες αγορές κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Καλύτερος Έλεγχος & Εποπτεία
    • Διευρύνονται οι αρμοδιότητες των εποπτικών αρχών ως προς την άσκηση του εποπτικού τους έργου και ενισχύονται περαιτέρω οι κανόνες για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των αγορών.
    • Τέλος, οι τράπεζες και οι χρηματιστηριακές εταιρείες πρέπει πλέον να διαθέτουν γραπτές πολιτικές και διαδικασίες, να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους και να διατηρούν αρχεία που θα επιτρέπουν τον έλεγχο τήρησής τους.