Ελαιόλαδο – Το χρυσό υγρό δημιουργεί μύθους στην Ελλάδα του 21 ου αιώνα, "Καθημερινή" 29.03.2015

Ένας αυστριακός μαγεύεται από την ομορφιά της Μάνης και τους άγριους ελαιώνες της. Γυάλινα μπουκαλάκια γεμάτα υψηλής ποιότητας ελληνικό λάδι τοποθετούνται στα ράφια των μεγαλύτερων καταστημάτων από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκυο και τη Μελβούρνη. Το ελληνικό λάδι ταξιδεύει κερδίζοντας τους καταναλωτές της υφηλίου, λόγω της εξαιρετικής ποιότητάς του –αποτέλεσμα της παραδοσιακής μεθόδου συγκομιδής των ελαιών «με το χέρι».

Το 2015 φαίνεται να είναι η χρονιά των Ελλήνων ελαιοπαραγωγών. Η κάθετη πτώση της ισπανικής παραγωγής στους 600.000 τόνους, σε συνδυασμό με τον υπερδιπλασιασμό της ελληνικής παραγωγής, 300.000 τόνοι, δημιουργεί προσδοκίες σε περίπου 500.000 ελληνικές οικογένειες ελαιοπαραγωγών.

Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, η παγκόσμια παραγωγή λαδιού από τα 750 εκατ. λιόδεντρα προβλέπεται να μειωθεί στους 2,39 εκατ. τόνους.

Η Ελλάδα φαίνεται να είναι ωφελημένη. Οι τιμές στα συμβόλαια από την παραγωγή των 97.000.000 λιόδεντρων κινήθηκαν πάνω από 3 € το κιλό. Ευνοημένοι είναι οι παραγωγοί που ρίσκαραν παρατείνοντας το μάζεμα του καρπού, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιοχές να το πωλούν ακόμα και 4€.

Μόνο τον Ιανουάριο, η αξία των εξαγωγών παρουσιάζει αύξηση 300% στα 93 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων.

Η ελιά είναι σύμβολο ειρήνης, σοφίας και νίκης της θεάς Αθηνάς που κέρδισε τον Ποσειδώνα, κατά τον γνωστό πελασγικό μύθο.

Χιλιάδες χρόνια μετά, στη χώρα όπου φύτρωσε η ιερή ελιά της Ακρόπολης, Ελληνες επιχειρηματίες και παραγωγοί γράφουν τη δική τους ιστορία για το  «χρυσό υγρό». Το άριστης ποιότητας, χαρακτηρισμένο ως «εξαιρετικά παρθένο» ελαιόλαδο αντιπροσωπεύει πάνω από το 70% της ελληνικής παραγωγής, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (Σ.Ε.ΒΙ.Τ.ΕΛ.) έναντι 45% της ιταλικής και 30% της ισπανικής.

Εντούτοις, οι ελληνικές εξαγωγές είναι κυρίως σε χύμα ελαιόλαδο, με αποτέλεσμα να καρπώνονται την προστιθέμενη αξία επιχειρηματίες άλλων χωρών. Στο σκοπό της εδραίωσης ενός διεθνώς ισχυρού brand name για το ελληνικό λάδι πρέπει να συνταχθούν όσοι εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να μένει στην Ελλάδα η υψηλή προστιθέμενη αξία του.

Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζει η Συμβολαιακή Γεωργία της Τράπεζας Πειραιώς, η πιο σύγχρονη μέθοδος στήριξης του πρωτογενούς τομέα, που βασίζεται σε μια αποδοτική τριγωνική σχέση μεταξύ αγρότη, επιχειρηματία και τράπεζας. Η Τράπεζα  λειτουργεί  όχι μόνο ως χρηματοδότης,  αλλά και ως συντονιστής της τριμερούς συμφωνίας. Ο παραγωγός, εξασφαλίζοντας τη ρευστότητα τη στιγμή που τη χρειάζεται, μπορεί να παράγει περισσότερα και ποιοτικότερα προϊόντα, γνωρίζοντας ότι δεν χρειάζεται να αναζητά τον αγοραστή. Οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται ευκολότερα στις αυστηρές προδιαγραφές των αγορών και διασφαλίζουν την ποιότητα του προϊόντος σε όλη την αλυσίδα από το χωράφι ως το ράφι.

→ Στην πεδιάδα της Μεσσαράς στην Κρήτη, εκεί όπου ο Ψηλορείτης αγναντεύει τα Αστερούσια όρη, μεγαλώνουν ελιές αιώνων. Στην περιοχή φροντίζει περίπου 3.000 λιόδεντρα ο κ. Μενέλαος Παπαγρηγορίου. Τα κληρονόμησε από τον πατέρα του και τον παππού του. «Η κακή περσινή χρονιά, που σημαδεύτηκε από ανομβρία, ανήκει στο παρελθόν. Εξαιτίας αυτού, στερηθήκαμε τα δικά μας κεφάλαια για να κινηθούμε φέτος» σημειώνει ο κ. Παπαγρηγορίου και προσθέτει: «Γι αυτό εντάχθηκα στη Συμβολαιακή Γεωργία. Έκανα  χρήση της ειδικής κάρτας για την αγορά των αγροεφοδίων και καυσίμων».

→ Η κρητική γη έχει μακραίωνη παράδοση στην παραγωγή ελαιολάδου. Στο χωριό Αλάγνι βρίσκονται οι  εγκαταστάσεις της Μποτζάκης Α.Ε., η οποία ιδρύθηκε το 1995 από τους αδελφούς Γιώργο, Βασίλειο και Ιωάννη. Σήμερα συνεργάζονται με 1.000 παραγωγούς, οι οποίοι καταγράφουν ήδη τα θετικά που τους παρέχει το πρόγραμμα Συμβολαιακής Γεωργίας, καθώς τους διευκόλυνε κατά την αγορά των αγροεφοδίων και την κάλυψη των εργατικών για το μάζεμα και το κλάδεμα της ελιάς.

Τα λιόδεντρα που καλλιεργούν στη μέση του νομού Ηρακλείου αποδίδουν πάνω από 1.500 τόνους. Σχεδόν το μισό θα τυποποιηθεί σε γυάλινες συσκευασίες και το επώνυμο κρητικό λάδι θα φθάσει στα ράφια των μεγαλύτερων καταστημάτων σε περισσότερες από 25 χώρες.

Το ΠΟΠ Πεζά έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, με άλλη επωνυμία, βρίσκεται στα ράφια των καταστημάτων Fortnum & Mason του Λονδίνου. Τώρα βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με την αμερικάνικη εταιρεία Tasos, η οποία θα το τοποθετεί στα ράφια καταστημάτων στις ΗΠΑ.

→ Στον ίδιο νομό, στην περιοχή Πλώρα, το 1969 ο Ευριπίδης Μελαμπιανάκης φτιάχνει το πρώτο ελαιοτριβείο. Τα ηνία της επιχείρησης, της οποίας η σημερινή επωνυμία είναι «Ευριπίδης ΑΕ», αναλαμβάνουν το 1990 οι αδελφοί Μανόλης και Μιχάλης Μελαμπιανάκης. «Η αγορά του λαδιού έχει προοπτικές υπό προϋποθέσεις. Πρέπει να αλλάξουν κάποια βασικά πράγματα. Το προϊόν πρέπει να είναι τυποποιημένο και όχι χύμα για να έχει υψηλή προστιθέμενη αξία. Πρέπει να στραφούμε στην καθετοποίηση της παραγωγής και της εμπορίας» λέει ο κ. Μανόλης Μελαμπιανάκης προσθέτοντας πως τον σκοπό αυτό εξυπηρετεί η Συμβολαιακή Γεωργία της Τράπεζας Πειραιώς.


Το ελαιόλαδο και η οικογένεια Μπλάουελ

Η ιστορία του Φρίντριχ Μπλάουελ ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ΄70. Ο φοιτητής από την Αυστρία ήρθε στην Ελλάδα για διακοπές. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Αυστρία. Στη νέα του πατρίδα συνδέθηκε με τους ανθρώπους της και την ελιά. Οι πρώτες εξαγωγές έγιναν στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Σύντομα δημιουργήθηκε η εταιρεία Μπλάουελ, της οποίας τα προϊόντα με το εμπορικό σήμα «Mani®» βρίσκονται σήμερα στα ράφια μεγάλων βιολογικών αλυσίδων σε Γερμανία και Αυστρία.

Τα βιολογικά μονοπάτια της εταιρείας Μπλάουελ ακολουθεί εδώ και μια 15ετία ο παραγωγός κ. Νικόλαος Νικολούδης, ο οποίος συμμετέχει και στη Συμβολαιακή Γεωργία της Τράπεζας Πειραιώς.

Στα χωριά της Δυτικής Μάνης μεγάλωσε ο ίδιος, ο πατέρας και ο παππούς του φροντίζοντας τα 1.200 λιόδεντρα της οικογένειας.

«Η άνοδος των τιμών της πρώτης ύλης, με όλα τα οφέλη για τον παραγωγό, δημιουργεί μια αντικειμενική δυσκολία για τον εξαγωγέα, ο οποίος δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τα αυξημένα κόστη στις απαιτητικές αγορές του εξωτερικού» τονίζει ο Φέλιξ Μπλάουελ, η δεύτερη γενιά της οικογενειακής επιχείρησης προσθέτοντας ότι «οι μεγάλες ανάγκες σε ρευστότητα θα καλυφθούν από το πρόγραμμα Συμβολαιακής Γεωργίας της Τράπεζας, προκειμένου να διατηρήσουν τα βασικότερα πλεονεκτήματα: ποιοτικό λάδι και άμεση αποπληρωμή παραγωγών».