«Ο δρόμος του καπνού», "BHmagazino"


Ο δρόμος του καπνού

Η καλλιέργεια του καπνού γνωρίζει άνθηση στην Ελλάδα. Το ΒΗmagazino μιλάει με τους ανθρώπους που δίνουν ξανά ζωή στα χωράφια και εξετάζει τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη από την επιστροφή στη γεωργία.

Δεν είναι εύκολο να καλλιεργείς καπνό. Η Βασιλική Καλαποτλή το ξέρει καλά, καθώς κουβαλά στην πλάτη της έξι δεκαετίες ενασχόλησης με τον συγκεκριμένο τομέα. Εμαθε την τέχνη και τις ιδιοτροπίες του καπνού από τους γονείς και τους παππούδες της περιδιαβάζοντας στα 50 στρέμματα των χωραφιών της οικογένειας. Το πρώτο φύτεμα, το ξερίζωμα και το δεύτερο - οριστικό - φύτεμα, που δίνει και τον εκλεκτό καπνό, την ήθελαν από μικρή στο χωράφι. Θυμάται, μάλιστα, χαρακτηριστικά τις αρμάθες να μεταφέρονται κάθε φορά στην αποθήκη, η οποία συνήθως ήταν δίπλα στο σπίτι, λίγο προτού γίνουν δέματα για να πάρουν τον δρόμο προς την παραγωγή.

Οι κάμποι της Μακεδονίας, της Θράκης και της Αιτωλοακαρνανίας το καλοκαίρι φορούν ένα άσπρο πέπλο. Ενα πέπλο που υφαίνεται από τα άνθη του καπνού. Σήμερα, όλο και περισσότεροι καπνοκαλλιεργητές επιστρέφουν στο επάγγελμα που γνωρίζουν καλά, αρκετοί άνεργοι εγκαταλείπουν τις μεγάλες πόλεις αναζητώντας εργασία στην περιφέρεια και τα χωράφια αποκτούν ξανά ζωή. Αλλωστε, η στροφή στον πρωτογενή τομέα και η αλλαγή του μοντέλου επιχειρηματικότητας είναι μια πραγματικότητα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ενώ η αύξηση της κατανάλωσης παγκοσμίως, η ανοδική πορεία της εμπορικής τιμής, οι επενδύσεις των καπνοβιομηχανιών και η συμβολαιακή γεωργία δίνουν το έναυσμα και στρέφουν όλο και περισσότεροι αγρότες στην καλλιέργεια των καπνών.

Πριν από 30 χρόνια, η καπνοπαραγωγή αποτελούσε το 7,3% της συνολικής αξίας της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής. Σήμερα μπορεί να μην πιάνει τα ποσοστά αυτά, αλλά υπάρχουν τεράστια περιθώρια, δεδομένου ότι ο αγροτικός τομέας έχει δυνατότητες και συνεχίζει να έχει υψηλή συμμετοχή στη διαμόρφωση της ανάπτυξης αγγίζοντας το 3% του ελληνικού ΑΕΠ - ποσοστό διπλάσιο από το 1,5% του ΑΕΠ στην ΕΕ-27. Υψηλή είναι η συμμετοχή του αγροτικού κλάδου και στην απασχόληση με ποσοστό πάνω από 12% έναντι μόλις 5% στην ΕΕ-27.

Και, κάπως έτσι, οι μνήμες από άλλες εποχές επιστρέφουν. Οι μνήμες από τότε που ο δρόμος για τα σαλόνια ξεκινούσε μονάχα από τα καπνοχώραφα. Από τότε που η Καβάλα, η Δράμα, η Ξάνθη και η Θεσσαλονίκη, οι μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας, αλλά και πόλεις και χωριά της Αιτωλοακαρνανίας και της Θράκης, γνώριζαν την ανάπτυξη - η μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας στη βιομηχανική εποχή είχε αδιαμφισβήτητα το χρώμα του καπνού. Από την εποχή που η εμπορία του καπνού εκφραζόταν μέσα από την αρχιτεκτονική των καπναποθηκών και από τον σχεδιασμό αντικειμένων, διαφημιστικών σημάτων και αφισών των ελληνικών καπνοβιομηχανιών.


Ισχυρό πλεονέκτημα

Τα ελληνικά καπνά συγκαταλέγονται μέχρι σήμερα στα καλύτερα παγκοσμίως. Ο καπνός εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα εξαγώγιμα γεωργικά προϊόντα της χώρας και η καπνοκαλλιέργεια φαίνεται πως εισέρχεται σε νέα εποχή - αν και πλέον έχει περιοριστεί κυρίως στους Νομούς Ροδόπης και Ξάνθης, και Αιτωλοακαρνανίας δευτερευόντως, και αφορά δύο εκλεκτές ποικιλίες ανατολικού τύπου, τον Μπασμά και τη Σ-79 (ποικιλία Κατερίνης) κυρίως λόγω καλής εμπορικής τιμής. Τα τελευταία τρία χρόνια, όμως, ξεκίνησε δειλά και η καλλιέργεια της ποικιλίας Βιρτζίνια (καπνός αμερικανικού τύπου).

Η Συνεταιριστική Ενωση Καπνοπαραγωγών Ελλάδος (ΣΕΚΕ ΑΕ), η οποία ιδρύθηκε το 1947, προχώρησε σε επένδυση 1,2 εκατ. ευρώ στην ορεινή περιοχή της Σταυρούπολης Ξάνθης, επαναφέροντας την καλλιέργεια βιολογικών καπνών τύπου Βιρτζίνια. Το εγχείρημα βρήκε ανταπόκριση στις διεθνείς τσιγαρετοβιομηχανίες και ελκύει το ενδιαφέρον των παραγωγών. Η ΣΕΚΕ σύναψε εγγυημένα συμβόλαια με 20 παραγωγούς της περιοχής, η καλλιέργεια των οποίων καλύπτει περίπου 1.200 στρέμματα και αποφέρει στην περιοχή μεικτό εισόδημα 800.000 ευρώ ετησίως, ενώ η παραγωγή ανέρχεται στους 400 τόνους καπνού τον χρόνο.

Οι Έλληνες, βέβαια, έχουν και ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα: οι ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες της χώρας δίνουν υψηλής ποιότητας καπνά και έχουν διεθνή ζήτηση. Το 2013 η καλλιέργεια καπνού στην Ελλάδα αυξήθηκε σε ποσοστό περίπου 30% με τα στρέμματα να φθάνουν τα 135.300, ενώ σήμερα 13.000 οικογένειες σε Ορεστιάδα, Ροδόπη, Ξάνθη, ορεινή Δράμα, Σέρρες και Πιερία παράγουν καπνά ανατολικού τύπου, τα οποία ενισχύουν τις εξαγωγές της χώρας.


Εθνικό προϊόν

Ο 34χρονος Γιάννης Λυπιρίδης από την Ξάνθη δεν είχε σχέση με τα καπνά. Σπούδασε δασολόγος στη Θεσσαλονίκη, όμως δεν κατάφερε να βρει σχετική δουλειά. «Υστερα από σκέψη αποφάσισα να γίνω αγρότης» λέει σήμερα. Αρχικά ασχολήθηκε με τα καλαμπόκια. Στη συνέχεια έμαθε για το πρόγραμμα συνεργασίας της ΣΕΚΕ και τα τελευταία τρία χρόνια καλλιεργεί καπνά. Στην απόφασή του τον στήριξε και η σύζυγός του, η οποία άφησε την τέχνη της διακόσμησης για να βρεθεί στα χωράφια. Μαζί καλλιεργούν 180 στρέμματα που έχουν νοικιάσει στη Σταυρούπολη Ξάνθης. «Μας αρέσει η γη, είναι ωραίο να καλλιεργείς, να φυτεύεις έναν σπόρο και να βλέπεις να φυτρώνει, να μεγαλώνει όσο τον φροντίζεις. Από την άλλη, ο καπνοκαλλιεργητής έχει πολλά έξοδα, από τα εφόδια μέχρι τα εργατικά» λένε.

Ο καπνός κατείχε περίοπτη θέση στο παρελθόν και ήταν το εθνικό προϊόν της χώρας. Είναι γνωστό, όμως, ότι η αποσύνδεση της κοινοτικής επιδότησης από την παραγωγή που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής απομάκρυνε αρκετούς αγρότες από τα χωράφια τους. Η σταδιακή εγκατάλειψη των καπνοκαλλιεργειών (από το 2004-2006) φαίνεται, όμως, ότι ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν.


«Χείρα βοηθείας»

Τη σταδιακή επάνοδο των καπνοκαλλιεργητών στηρίζει η Τράπεζα Πειραιώς μέσω της Συμβολαιακής Γεωργίας. Το πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 2013 και συνεχίζεται εφέτος για δεύτερη χρονιά, αφορά τη χρηματοδότηση του αγρότη χωρίς την υποθήκη της γης του. Οι αγρότες έχουν την απαιτούμενη ρευστότητα, πετυχαίνουν ικανοποιητικές τιμές κατά την αγορά των προμηθειών τους, βελτιώνουν τους όρους παραγωγής και καταφέρνουν να κρατήσουν τους εργάτες σε όλη τη διάρκεια της συγκομιδής καθώς δεν καθυστερούν τις πληρωμές τους. Στο τέλος πετυχαίνουν και το ζητούμενο, που δεν είναι άλλο από την άριστη ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος το οποίο δεν φέρει μόνο ετικέτα προέλευσης, αλλά και ταυτότητα εμπιστοσύνης.

Από τους 3.000 παραγωγούς-προμηθευτές της ΣΕΚΕ ήδη έχουν ενταχθεί 800 στο πρόγραμμα της Συμβολαιακής και εκκρεμούν άλλες 150 συμμετοχές. «Για πρώτη χρονιά θα περάσουμε τους 1.000 παραγωγούς» λέει ο γενικός διευθυντής της ΣΕΚΕ, πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Αλέξανδρος Κοντός. Η καπνεμπορική εταιρεία Missirian εξάγει περίπου το 95% της παραγωγής στις μεγάλες διεθνείς εταιρείες, που χρησιμοποιούν καπνά ανατολικού τύπου (Philip Morris, GTI, Imperial, κορεατικό KTNG), ενώ διαθέτει το υπόλοιπο 5% στις εγχώριες. Ο πρόεδρος της Missirian, Νίκος Τζούμας, λέει: «Η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για μια τριγωνική σύνδεση έδωσε τη δυνατότητα στον παραγωγό να μπορεί να έχει εφόδια τη σωστή ώρα και να καλύπτει το εργατικό κόστος που είναι υψηλό. Ετσι, καλύπτονται οι ανάγκες που προκύπτουν πριν από την καλλιεργητική περίοδο, τα αγροεφόδια, αλλά και οι ανάγκες που προκύπτουν κατά τη διάρκειά της, όπως τα εργατικά για τα οποία απαιτείται ρευστό».

Μέσω της «Ειδικής Κάρτας του Αγρότη» που παρέχεται στο πλαίσιο του προγράμματος πλήρωσε έγκαιρα τους εργάτες και ο Μανώλης Μιχαηλίδης, ο οποίος από το 1981 ασχολείται με τα καπνά - η οικογένεια Μιχαηλίδη είναι από τις παραδοσιακές οικογένειες καπνοκαλλιεργητών του Νομού Σερρών και καταπιάνεται με την παραγωγή του αρωματικού μπασμά, μίας από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες διεθνώς. Την ίδια ώρα σαν «χείρα βοηθείας» στα αγροτικά βήματά του βλέπει το πρόγραμμα Συμβολαιακής Γεωργίας και ο καπνοπαραγωγός Θεοχάρης Νάτσιος, που συνεχίζει την παράδοση. Θυμάται από παιδί όλα τα μέλη της οικογένειάς του να συμμετέχουν στο μπούρλιασμα και το πέρασμα των φύλλων καπνού σε αρμαθιές, ενώ οι παραστάσεις του είναι γεμάτες με παρόμοιες εικόνες από την Κονταριώτισσα και τους πρόποδες του Ολύμπου. Από τον τόπο όπου βρίσκονται και τα 55 στρέμματα καπνού που «διηγούνται» τη δική του οικογενειακή ιστορία.


Από το χωράφι στο σαλόνι

Δυο αιώνες ταξίδευαν τα άνθη του καπνού για να φθάσουν από τη Γαλλία, όπου και πρωτοεισήχθησαν το 1556, στην Ελλάδα. Στις αρχές του 17ου αιώνα, τα χρυσόφυλλα μαζεύονταν αρχικά από πλήθος ελληνικές οικογένειες της κοιλάδας του Αξιού και της Ξάνθης, προτού περάσουν σε όλη τη Μακεδονία, τη Θράκη και στους άλλους νομούς της Ελλάδας. Μεταφέρονταν στους ευάερους χώρους του σπιτιού για το μπούρλιασμα, το παστάλιασμα και τη λόκβα και στη συνέχεια παραδίδονταν στους καπνέμπορους. Οι καπνεργάτες έβαζαν τη δική τους πινελιά στοιβάζοντας τα δεμάτια του καπνού, ενώ στο τέλος τα τσιγάρα έπαιρναν τη θέση τους στα ράφια των καπνομάγαζων προτού περάσουν στα σαλόνια της εποχής.

*Η έκθεση «101 σημειώσεις για τα ανατολικά καπνά / 101 notes on oriental tobacco» πραγματοποιείται στο Συνεδριακό Κέντρο της Τράπεζας Πειραιώς στη Θεσσαλονίκη ως τις 2 Νοεμβρίου. Το Πολιτιστικό Iδρυμα Ομίλου Πειραιώς συμμετέχει στην έκθεση με τα τεκμήρια βιομηχανικής κληρονομιάς του Ιστορικού του Αρχείου που αφορούν την κατασκευή εκσυγχρονισμένων καπναποθηκών στην πόλη της Καβάλας τη μεταπολεμική περίοδο.